Στα τέλη του Φεβρουαρίου καθένας από τους δεκαέξι μαθητές της Β΄ τάξης μελέτησε ένα ποίημα του Ελύτη και απέδωσε το περιεχόμενό του με ένα δικό του τίτλο. Κληρώθηκαν στην τάξη τρία από τα δεκάξι ποιήματα, διαβάστηκαν από τα παιδιά που τα ανέδειξαν από την κληρωτίδα και ο τίτλος που τους αποδόθηκε από τα παιδιά χρησίμευσε στον ακόλουθο διαγωνισμό:
Στις 21 Μαρτίου – Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης- το πρωί τα παιδιά έκρυψαν όλα τα ποιήματα – και τα δεκάξι- σε διάφορα σημεία του σχολείου και ανακοίνωσαν στους υπόλοιπους μαθητές πως όποιος θα έβρισκε το ποίημα που μιλά για «ένα καλοκαίρι που φεύγει» (το πρώτο από τα τρία, που δεν ήταν άλλο από την «Ελένη», από τη συλλογή Προσανατολισμοί), θα κέρδιζε ένα βιβλίο του Ελύτη με ποιήματα, όποιος θα έβρισκε το ποίημα που λέει ότι «κάθε εποχή έχει και τον πόλεμό της» (το δεύτερο, που ήταν απόσπασμα του πρώτου μέρους της Μαρίας Νεφέλης), θα κέρδιζε έναν τόμο με δοκίμια του Ελύτη κι όποιος θα έβρισκε το ποίημα στο οποίο ο δημιουργός «μιλά σ’ ένα παιδί που χτύπησε το πόδι του» (το τρίτο, το μέρος Χ της σύνθεσης Ήλιος ο πρώτος), θα κέρδιζε ένα βιβλίο με μεταφράσεις του.
Την ίδια μέρα μια μαθήτρια της Γ΄ Λυκείου βρήκε το πρώτο ποίημα, μια μαθήτρια της Γ΄ Γυμνασίου το δεύτερο και μια μαθήτρια της Α΄ Γυμνασίου το τρίτο. Τα κορίτσια παρέλαβαν τα δώρα τους, το Μονόγραμμα, τα Δημόσια και τα ιδιωτικά και τη Δεύτερη Γραφή αντίστοιχα, από εκπροσώπους της διοργανώτριας μαθητικής κοινότητας της Β΄ Γυμνασίου στις 15 Απριλίου, στο τέλος μιας εκδήλωσης των μαθητών της ίδιας τάξης.
Η εκδήλωση είχε τίτλο «ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης στον τόπο μας» και ως θέμα τη βαρύτατη ασθένεια του ποιητή στο μέτωπο του πολέμου του ’40, και την επεισοδιακή διακομιδή και νοσηλεία του στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων, μια εμπειρία μεταφυσικής αξίας για τον Ελύτη. Περιλάμβανε σχεδιασμένη σε ειδικό πρόγραμμα του υπολογιστή παρουσίαση των σχετικών στοιχείων και φωτογραφιών αλλά και μιας συνέντευξης του Ελύτη, στην οποία αναφέρεται σ’ εκείνη την περιπέτειά του, ακρόαση της ηχογραφημένης ανάγνωσης του ποιήματος «Λακωνικόν» από τον ίδιο τον Ελύτη και ορχηστρικής μουσικής του Μ. Θεοδωράκη. Συνοδεύτηκε επίσης από προβολή μαγνητοσκοπημένων στιγμιότυπων της πορείας αυτής της δραστηριότητας των παιδιών, αλλά και από απροσχεδίαστες απαγγελίες και αναγνώσεις ποιημάτων και αποσπασμάτων από μαθητές και καθηγητές, που ανέβηκαν στο βήμα αυθόρμητα και μοιράστηκαν τα έργα που αγαπούν μαζί μας.

Ο έφεδρος Ο. Αλεπουδέλης κατά Τσαρούχη
Ακολουθεί ένα μέρος της συνέντευξης εκείνης του Ελύτη, που είχε δημοσιευθεί το 1965 στο φοιτητικό περιοδικό Πανσπουδαστική με τον τίτλο «έζησα το θαύμα της Αλβανίας»:
- Προσωπικά εσείς, σαν έφεδρος ανθυπολοχαγός, τι κάνατε στον αγώνα;
- Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στο πρόσωπο των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο Ελληνισμός ν' αναδύσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από πολύ κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου.
Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε, όπου βρίσκαμε, ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια κα με ζώο σε βατόδρομο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων.

Ο Ελύτης (στο κέντρο) στο μέτωπο
Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι, ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στο μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα πεισματικά να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστιας έφτασε στο κατακόρυφο. Μόλις αρχίζανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο -μη σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν επάνω μου- και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Έτσι πέρασα όλες τις τρομερές πρώτες μέρες της γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος, σ' έναν έρημο θάλαμο, και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία.
Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως-όπως σ' ένα φορείο, που το χώσανε σ' ένα φορτηγό αυτοκίνητο.
Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πυροβολήθηκε οχτώ φορές από τα "στούκας". Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατον να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ' ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε κα μ' έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα κι έμεινα τρεις μέρες (…) Οι γιατροί στην Αθήνα τρίβανε τα μάτια τους. Σύμφωνα με την Επιστήμη, θα έπρεπε με την πρώτη παραμικρή μετακίνηση να πάθω εντερορραγία και να τελειώσω (…) αν "έζησα το θαύμα" σώθηκα και από ένα θαύμα.
